Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΟΥΛΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΟΥΛΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Μαΐου 2023

ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ ή ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ: ΟΙ ΑΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΙ ΑΕΤΟΙ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ

 

Πολλές υπήρξαν οι προσπάθειες ετυμολόγησης του ονόματος Σούλι και από ιδιαίτερα αξιόλογους μελετητές και ιστορικούς. Αναφέρονται οι σημαντικότερες:

Σύμφωνα με τον Χρ.Περραιβό, το όνομα Σούλι δόθηκε στην περιοχή από έναν Soul, i (Σούλ, ι), Μουσουλμάνο Αλβανό, ο οποίος, σε συμπλοκή μαζί τους, σκοτώθηκε στον τόπο τους και οι Σουλιώτες, εις ανάμνησιν αυτής της νίκης τους, έδωσαν αυτό το όνομα στην περιοχή τους…».

«… Σώζεται βέβαια και η προφορική παράδοση στην περιοχή Μαργαριτίου, σύμφωνα με την οποία ένας μουσουλμάνος Αλβανός (Τσάμης), ονόματι Σούλι-ιου, σκότωσε έναν ομόφυλό του και, φοβούμενος την αντεκδίκηση, κατέφυγε στα σουλιωτικά όρη και έγινε ο πρώτος οικιστής αυτού του τόπου, δίνοντάς του και το όνομά του…».
«… Η δεύτερη άποψη είναι του Π. Φουρίκη. Σύμφωνα με τον αξιόλογο αυτό μελετητή, αφού στον τόπο κατοίκησαν Αλβανοί, όπως ο ίδιος τους αποκαλεί, φυσικό είναι το όνομα να είναι και στη γλώσσα τους. Shul,i στα αλβανικά, σύμφωνα πάντα με τον μελετητή, σημαίνει ξύλο, κορμός δένδρου, και κατ’ επέκταση, «σούλα» που σημαίνει άκρη σκοπιάς, βίγλα. Αυτό το όνομα έδωσαν στη περιοχή αυτοί οι αλβανόφωνοι οικιστές της, και, λόγω των κορυφογραμμών που υψώνονται πάνω από το Τετραχώρι…».
«… Άλλη εκδοχή που έχει διατυπωθεί είναι ότι αυτό ήταν το όνομά του πρώτου οικιστή, κάποιου Έλληνα Σούλη (ίσως εκ του Αθανάσιος ή Αναστάσιος) από τον οποίο δόθηκε και το όνομα στην περιοχή…».

«… Ο ποιητής Ανδρέας Κάλβος στην ωδή του «Εις Σούλι» συνδέει το Σούλι με τη χώρα των Σελλών.

«Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης ετυμολογεί το Σούλι από το αλβανικό sul, i, που σημαίνει αιχμηρή κορυφή (βουνού)…».

«… Ο Κώστας Μπίρης θεωρεί ότι η ομώνυμη περιοχή (Shullan) στη μακρινή Δέβρη, κοντά στην λίμνη Αχρίδα, έδωσε το όνομα στην περιοχή καθώς και τους πρώτους οικιστές της…».

Έχουσα υπόψη μου όλες αυτές τις διαφορετικές μεταξύ τους ερμηνείες- ετυμολογήσεις από διακεκριμένους και αξιόλογους ιστορικούς και μελετητές και ως ένα βαθμό και επηρεασμένη από αυτές, άργησε να λάμψει μέσα μου, θέλω να πιστεύω, η αλήθεια.

Αρβανίτες ίδρυσαν το Σούλι, την αυτή με εμάς τους Φαναριώτες και Λακκασουλιώτες Αρβανίτες γλώσσα ομιλούντες, κατά συνέπεια και τους αυτούς με τους προγόνους μας γλωσσικούς δρόμους ακολουθούντες.

Παλαιά συνήθεια των Αρβανιτών και της γλώσσας μας, της πελασγικής, είναι να προσδίδουν στο ονομαζόμενο με το επίθετο τις μόνιμες ιδιότητες και γνωστά χαρακτηριστικά του, όπως πράττει άλλωστε και ο παππούς ο Όμηρος στα έπη του με τα γνωστά σε εμάς τους φιλολόγους τυπικά επίθετα και τις τυπικές φράσεις του (συνετός Τηλέμαχος, θεϊκός Οδυσσέας, κοσμοσείστης Ποσειδών, Κρονίδης Δίας, γλαυκομάτα Αθηνά, τα μάτια λάμποντας η Αθηνά, ο πορθητής της Τροίας Οδυσσέας κ.λπ.).

Οι Σουλιώτες, στη μεγάλη πλειοψηφία των γενών τους, μεταχειρίζονταν την αρβανίτικη στις καθημερινές τους επαφές και είναι λογικό και το τοπωνύμιο της εγκατάστασής τους στα απάτητα όρη τους να δοθεί στη μητρική τους γλώσσα.

Βασικό χαρακτηριστικό των Σουλιωτών υπήρξε το αδούλωτο, ανυπότακτο και απροσκύνητο φρόνημα, η αγάπη προς την ελευθερία, η περηφάνια και η λεβεντιά τους.

S’uliet Sulioti! (Σούλιετ Σουλιώτη-Ο Σουλιώτης δεν προσκυνά!)

Σούλι και Σουλιώτες επομένως είναι ο τόπος και οι άνθρωποι που δεν προσκύνησαν, δεν παραδόθηκαν, δεν υποτάχτηκαν, δεν ταπεινώθηκαν, δεν ντροπιάστηκαν, δεν εξευτελίστηκαν. Οι Αρβανίτες Έλληνες (Ρωμιοί) Σουλιώτες.

Το ρήμα στην αρβανίτικη γλώσσα είναι: ulem (ούλιεμ-αμετάβατο) = σκύβω, χαμηλώνω, προσκυνώ, υποτάσσομαι, ταπεινώνομαι, εξευτελίζομαι.

ul (ουλ- μεταβατικό) = χαμηλώνω, κατεβάζω, σκύβω, υποστέλλω (σημαία) και εξετάζουμε τη σύνταξη και τη σημασία του με αντικείμενα τις λέξεις kokën (κόκ’ν=κεφάλι), qafën (κιάφ’ν=σβέρκο) και armët (αρμ’τ=άρματα, όπλα).

Συνήθεις φράσεις στους Αρβανίτες είναι οι:ul kokën (ουλ κόκ’ν = χαμηλώνω, σκύβω το κεφάλι, προσκυνώ, ταπεινώνομαι) και ul armët (ουλ αρμ’τ = χαμηλώνω, κατεβάζω, παραδίδω τα όπλα, παραδίδομαι).

ul qafën (ουλ κιάφ’ν-σκύβω το σβέρκο, υποτάσσομαι)

 Στην φράση-απαίτηση του εχθρού (Μουσουλμάνων Αλβανών, συνήθως) uli armët (ούλι αρμ’τ = κατέβασε τα όπλα, παραδώσου), ulie kokën (ούλιε κόκ’ν = σκύψε το κεφάλι, προσκύνα, χαμήλωσε την περηφάνια σου), ulie qafën (υποτάξου) uliu (ούλιου-σκύψε, προσκύνησε, ταπεινώσου), ο Σουλιώτης απαντούσε και προ της μετοίκησής του και μετά:

Jo, se ul kokën ή s’ul kokën (όχι, δεν σκύβω το κεφάλι, δεν προσκυνώ, δεν ταπεινώνομαι), si ul armët ή s’ul armët (δεν παραδίδω τα όπλα), se ul, s’ ul qafën (δεν υποτάσσομαι) s’uliem (δεν προσκυνώ, δεν ντροπιάζομαι).

Επομένως το Σούλι είναι: Vendi që su ul (βέντι κι σου ουλ) = ο τόπος που δεν προσκύνησε, δεν παραδόθηκε, δεν έσκυψε, δεν ντροπιάστηκε, δεν ταπεινώθηκε, δεν έχασε την περηφάνιά του.

Ata (ατά-αυτοί οι Αρβανίτες) s’ulin kokën, s’ulin armët, s’ulin qafën, s’ulien (σ’ ούλιν κόκ’ν, σ’ούλιν άρμ’τ, σ’ούλιν κιάφ’ν, σ’ ούλιεν = δεν σκύβουν το κεφάλι, δεν παραδίδουν τα άρματα, δεν σκύβουν το σβέρκο (δεν υποτάσσονται), δεν προσκυνούν, δεν εξευτελίζονται, δεν ταπεινώνονται), έλεγαν συχνά οι κάτοικοι των γύρω περιοχών, αλλά και οι Τσάμηδες, αναφερόμενοι στους Σουλιώτες.

Βασικό χαρακτηριστικό των Σουλιωτών υπήρξε το αδούλωτο, ανυπότακτο και απροσκύνητο φρόνημα

Η ονομασία δε Κακοσούλι που συναντάμε σε πολλές πηγές και σε δημοτικά τραγούδια ως το πρώτο όνομα του οικισμού του Σουλίου, πολύ πιθανόν να προήλθε από την απάντηση των Σουλιωτών s’ul kokën (σ’ ουλ κόκ’ν) ή kokën s’ul (κόκ’ν σ’ ουλ-Κακοσούλ, εκ παραφθοράς).

Ο Αρβανίτης επομένως που δεν προσκύνησε, που δεν υπέκυψε στις πιέσεις των Μωαμεθανών, Τούρκων και Αλβανών, είναι ο s’ uli armët (σ’ ουλι άρμ’τ), s’uli kokën, qafën (σ’ ούλι κόκ’ν, κιάφ’ν), ο τόπος του Sul, i-Σούλ,ι και εκείνος ο Αρβανίτης ο οποίος S’uliet–Σ’ούλιετ = δεν προσκυνά-ο απροσκύνητος Σουλιώτης, με την προσθήκη της κατάληξης –ώτης, του τοπωνυμικού στην αρβανίτικη και την ελληνική γλώσσα, όπως Γιαννιώτης, Καστριώτης (Καστρί αρβ. λέξη), Καναλακιώτης, Γοριτσιώτης (Γορίτσα αρβ. λέξ) κ.λπ.

Οι Σουλιώτες έδωσαν στον τόπο τους το όνομα με το βασικότερο χαρακτηριστικό της φυλής τους. Το αδούλωτο και απροσκύνητο πνεύμα, την αξιοπρέπεια και την περηφάνια τους.

Έγινε μία ετυμολογική προσέγγιση στη λέξη και με το ρήμα sulem-σούλεμ = εφορμώ, επιτίθεμαι και το ουσιαστικό sulm, i-σουλμ, ι = επίθεση, εφόρμηση, έφοδος, την οποία ίσως να φώναζαν οι Σουλιώτες κάθε φορά που πραγματοποιούσαν επίθεση κατά των εχθρών τους.

«suliu-σούλιου» = κουνήσου, ήταν η συνήθης προτροπή της μητέρας μου και kë sulme jan këto (κ’ σούλμε γιαν κ΄το); = τι καμώματα (δυσάρεστες ενέργειες) είναι αυτά;

Επειδή όμως δεν υπάρχει πουθενά καταγεγραμμένη, έστω και με προφορική παράδοση, αυτή η μαρτυρία, και επειδή, λογικά σκεπτόμενη, θεωρώ ότι θα ήτο παράδοξο να προηγηθεί η πράξις (επιθέσεις) της ονομασίας του οικισμού, εννοώντας με αυτό ότι οι Σουλιώτες, άμα τη εγκαταστάσει τους στον τόπο αυτό, προέβησαν και στην ονοματοθεσία, με κριτήριο την έως τότε στάση τους απέναντι στους μουσουλμάνους και το γενεσιουργό αίτιο της μετοίκησής τους, ήτοι το ελεύθερο και απροσκύνητο φρόνημά τους.

Πάντα πίστευα και θα συνεχίσω να το υποστηρίζω μετ’ επιτάσεως ότι την Ιστορία ενός τόπου καλό θα ήταν να συγγράφουν και εκείνοι που έζησαν σε αυτόν και γνωρίζουν καλώς τη γλώσσα του και τον πολιτισμό του.

Οι Αρβανίτες είναι γνήσιο πρωτοελληνικό φύλο, απόγονοι των Πελασγών

Οι έγκριτοι ιστορικοί, οι οποίοι ασχολήθηκαν με το Σούλι, δυστυχώς, δεν γνωρίζουν όλοι την αρβανίτικη γλώσσα. Κατά συνέπεια είναι φυσικό να διαπράττονται λάθη στην ετυμολόγηση λέξεων, άγνωστων σε εκείνους. Υπάρχει λ.χ. διαφορά στο –s και –sh της αρβανίτικης γλώσσας και είναι λάθος περιοχές με το -sh στο όνομά τους να αποδίδονται στο Σούλι, όπου το -σ δεν είναι –sh παχύ. Επίσης παρατηρείται σύγχυση σε ορισμένους μελετητές, ως προς τους όρους Αλβανός και αλβανικός και Αρβανίτης και αρβανίτικος.

Οι Αρβανίτες δεν είναι Αλβανοί και δεν αποτελούν φυλετική υποομάδα των Τόσκων. Οι Αρβανίτες είναι γνήσιο πρωτοελληνικό φύλο, απόγονοι όντες των Πελασγών, και φυσικά δεν ομιλούν διάλεκτο της αλβανικής αλλά αυτούσια και πρωτοελληνική γλώσσα, την πελασγική, ούσα μητρική της ελληνικής και αλβανικής γλώσσας και όχι μόνο…

Πολλοί γείτονές μας ιστορικοί αποδέχονται ότι η αρβανίτικη είναι αρχαιοτέρα της σύγχρονης αλβανικής και μητέρα της γλώσσας τους, αρνούνται, όμως, πεισματικά ότι οι Αρβανίτες είναι φύλο ελληνικό και όχι αλβανικό. Οι φίλοι μας οι Αλβανοί δεν έχουν παρά να εξετάσουν με μία πιο προσεχτική ματιά τη γλώσσα τους, να τη συγκρίνουν με την αρχαία ελληνική και τότε θα ανακαλύψουν γέφυρες που θα τους βοηθήσουν να αναθεωρήσουν απόψεις και για τη δική τους φυλετική καταγωγή…

Εμείς οι σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο διαβιούντες Αρβανίτες τους απαντάμε ότι οι πρόγονοί μας αλλά και εμείς, Πελασγών απόγονοι και Πρωτοέλληνες όντες στον ελλαδικό χώρο, είμαστε και θα εξακολουθήσουμε να είμαστε «παγά λαλέουσα του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας» ανά τους αιώνες…»

«Θα ήθελα δε εν κατακλείδι να επισημάνω, ότι όσοι ασχολούνται με τους Αλβανούς, τους Έλληνες και την καταγωγή των Αρβανιτών, καλόν θα ήτο πρώτα να μελετήσουν την αρβανίτικη, διότι η γλώσσα αυτή έχει πάρα πολλά να μας δώσει, τόσα, ώστε να είναι ικανά να μεταβάλουν τον ρουν της Ιστορίας…»


Το άρθρο είναι της Αλίκης Νάσση 

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Η «μυθολογία» για το Κούγκι



Ποιες εκδοχές υπάρχουν για τη θυσία του καλόγερου Σαμουήλ το 1803, όταν ο Αλή πασάς καταλάμβανε το σουλιώτικο τετραχώρι;



Η «μυθολογία» για το Κούγκι


Κάθε ιστορία έχει την ταυτόχρονη και υστερόχρονη «μυθολογία» της. Το ίδιο συμβαίνει με την Επανάσταση του 1821. Στις παραδόσεις και στους μύθους της εξέχουσα θέση κατέχουν οι Σουλιώτες. Ανάμεσά τους ο Σαμουήλ και το Κούγκι. Η ιστορική έρευνα, έως τώρα, σε αντίθεση με την επίσημη ιστορία ή την εκλαϊκευμένη πρόσληψή της, καταλήγει ότι η θυσία του καλόγερου δεν έγινε ακριβώς κάτω από τις γνωστές σε όλους συνθήκες. Προβάλλουν κι άλλες εκδοχές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι «μειώνεται» ή απαξιώνεται το εθνεγερτικό μήνυμα που περικλείει.




Η προεπαναστατική και επαναστατική ιστορία του Σουλίου είναι ταυτόχρονα έμβλημα, μύθος και πραγματικότητα. Πρωτοδημιουργός ήταν ο διαφωτιστής, ο συνοδοιπόρος του Ρήγα, ο Φιλικός και φλογερός αγωνιστής της Επανάστασης Χριστόφορος Περραιβός. Στα συγγράμματά του για τους Σουλιώτες είναι ο πρώτος που υιοθετεί το πρότυπο του αρχαιοελληνικού ιδεώδους και τους παρουσιάζει ως κληρονόμους και συνεχιστές των προγονικών αρετών.


Οπως σημειώνει η ιστορικός Β. Ψιμούλη, στην πιο τεκμηριωμένη έως σήμερα έρευνα για το θέμα, είναι ο πρώτος «ο οποίος στις συνθήκες εθνογένεσης των Ελλήνων στις αρχές του 19ου αιώνα εισφέρει την ιστορία του Σουλίου στις προτεραιότητες της εθνικής μυθοπλασίας. Οι Σουλιώτες καπεταναίοι αναλαμβάνουν στο έργο του την εκφώνηση μικρών ρητορικών λόγων, στους οποίους καλούνται οι συμπολίτες να υπερασπιστούν μέχρι θανάτου της Πατρίδος τα δίκαια».


Η «μυθολογία» για το Κούγκι


Είναι πολύ χαρακτηριστικός από την άποψη αυτή ο πρόλογος, που επαναλαμβάνει σε όλες τις εκδόσεις της ιστορίας του. Απευθύνεται προς την «Κλεινήν Ελλάδα» και σημειώνει ανάμεσα στ άλλα: «Η Βίβλος ην εγώ σου προσφέρω, φιλτάτη, δεν περιέχει νοήματα μεταφυσικά, ούτε φράσεις και σχήματα ρητορικά, τα οποία επισκιάζουν ενίοτε και συσκοτίζουν τον νουν, αλλά φρονήματα, πράξεις και κατορθώματα όντως Ελληνικά, τα οποία διακρίνουν τους γνησίους υιούς από των νόθων και προμηνύουσι εν ολίγω την αρχαίαν σου λαμπρότητα...».


Γράφει για έργα και πράξεις που βουλώνουν «τ απύλωτα στόματα» όσων λένε ότι... μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένδοξοι οι Ελληνες. Ως άλλες Σπαρτιάτισσες ορμούν οι Σουλιώτισσες, ως άλλος Λεωνίδας προβάλλει ο Φώτος Τζαβέλας...


Ο εκβιασμός του Αλή πασάΓια την ιστορική του αφήγηση, από την άποψη αυτή, δεν έχει σημασία αν τα σουλιώτικα γένη ήταν αρβανίτικης καταγωγής. Αλλωστε, όπως εύστοχα έχει επισημάνει, σε μια κλασική έκφραση έναν αιώνα αργότερα, ο ιστορικός Γ. Μπενέκος, στην περιοχή «ήρθαν Αρβανίτες, έζησαν Σουλιώτες, πέθαναν Ελληνες...».


Ούτε ότι ο Φώτος δεν πέφτει, όπως στις Θερμοπύλες ο «πρόγονός» του, αλλά εκβιαζόμενος από τον Αλή πασά, που κρατά αιχμάλωτη την οικογένειά του στα Γιάννενα, είναι ο βασικός διαμεσολαβητής για να παραδοθεί το οχυρό. Ισως, μάλιστα, και εξολοθρευτής του Σαμουήλ! Στον τελευταίο, μάλιστα, αποδίδει και «φθοροποιές» συμβουλές και ευθύνες για την άλωση του Σουλίου.


Η περιγραφή του Περραιβού για τα γεγονότα στο Κούγκι και την αυτοπυρπόληση του Σαμουήλ, όπως και συνολικά για τους Σουλιώτες, είναι πηγή και σημείο αναφοράς για ό,τι γράφτηκε μεταγενέστερα και ό,τι θα γραφεί στο μέλλον. Κυριάρχησε και κυριαρχεί, αλλά δεν είναι η μοναδική.


Δράστης ο ΤζαβέλαςΥπάρχουν κι άλλες εκδοχές, σύμφωνα με τις οποίες ο καλόγερος δεν έβαλε μόνος του φωτιά στο μπαρούτι, αλλά δράστης ήταν ο Φώτος Τζαβέλας, τυχαίο γεγονός, και εν πάση περιπτώσει ο Σαμουήλ πριν γίνει η έκρηξη είχε συμφωνήσει να παραδοθεί. Δεν έμεινε εκεί συνειδητά για να γίνει ολοκαύτωμα και «να ποθάνει μετά των αλλοφύλων...».


Η ισχυρή εκδοχή ότι δεν πρόκειται για αυτοπυρπόληση δεν είναι καινούργια και δεν εντάσσεται, με αυτήν την έννοια, σε κάποια «αναθεωρητική σχολή», «αντιεθνικιστική» ή «εκμοντερνισμένη» απαξιωτική αντίληψη για... τα ιερά και όσια. Αλλά στην κατηγορία εκείνη που θέλει να εξηγεί τις μυθοπλασίες στην ιστορία μας. Και κάθε εθνική επέτειο, όπως η μεθαυριανή, χρειάζεται να θυμόμαστε πως «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές».


Οι δύο άλλες εκδοχές Ο Περραιβός, αφηγούμενος την αυτοπυρπόληση του Σαμουήλ, μνημονεύει κι άλλες εκδοχές για το συμβάν: «Την τραγικήν ταύτην πράξιν απέδωκαν τινες ως ενέργειαν του Βεζύρη (Αλή πασάς), άλλοι δε των Σουλιωτών. Αλλά και οι αι δύο φήμαι δεν έχονται αληθείας. Η φυσική μνησικακία του Βεζύρη δεν ελάμβανε πλήρη ικανοποίησιν δίδουσα ανεπαίσθητον σχεδόν θάνατον εις τον άσπονδον εχθρόν του Σαμουήλ, ενώ τον είχεν εις τας χείρας του να τω δώση επώδυνον θάνατον, αφ ετέρου οι Σουλιώται, και κατ εξαίρεσιν οι της κατωτέρας τάξεως, τον εσέβοντο και ηγάπουν...».


Φώτος Τζαβέλας (1774-1811). Πρωταγωνίστησε στην παράδοση του Σουλίου το 1803. Είναι πιθανό να συμμετείχε στην ανατίναξη της μπαρουταποθήκης στο Κούγκι. Πέθανε στην Κέρκυρα, μάλλον, δηλητηριασμένος από ανθρώπους του Αλή πασά.


Ισως τυχαίο γεγονός...Ο Σπ. Αραβαντινός στην ιστορία για τον Αλή πασά δεν αποδέχεται την αυτοπυρπόληση. Χαρακτηρίζει το συμβάν ως τυχαίο. Απορρίπτει, όμως, και την εκδοχή της «Αληπασιάδας», που έγραψε ο Χατζή Σεχρέτη. Σύμφωνα με αυτήν, δράστης ήταν ο Φώτος Τζαβέλας, σε συνεννόηση με τον Αλή. Το σκεπτικό του είναι πως αν ο Τζαβέλας είχε προσυμφωνήσει με τον Αλή ν ανατινάξει τον Σαμουήλ, δεν θα έστελνε ο τελευταίος στο Κούγκι, ως εγγυητή για την τήρηση της συμφωνίας με τον καλόγερο, τον γιο του στενού φίλου του παπα-Οικονόμου.


Το «σενάριο» ΤζαβέλαΑλλη πηγή, που δεν αποδίδει την έκρηξη στο Κούγκι σε αυτοπυρπόληση του Σαμουήλ, προέρχεται από «ενθύμηση» σε τοιχογραφία εκκλησίας του χωριού Σέλιανη, απ όπου καταγόταν ο Ζήσος, γιος του παπα-Οικονόμου. Σύμφωνα με αυτήν, ο Αλή είχε στείλει τον Ζήσο μαζί με τον Πασόμπεη στο Κούγκι για να πείσουν τον καλόγερο να παραδοθεί. Ενώ συζητούσαν, όμως, προσπαθώντας να τον πείσουν, ο Φώτος Τζαβέλας πυροδότησε το μπαρούτι κι ακολούθησε η έκρηξη. Το αποτέλεσμα ήταν να καούν ο Σαμουήλ, ο Ζήσος κι ένας συνοδός του.


Από την πολιορκία έως την ανατίναξη


7-8 ΔεκεμβρίουΣυνεχίζονται οι σφοδρές συγκρούσεις στο Κούγκι. Τελευταία μάχη γύρω από το οχυρό. Πολιορκούμενοι βγαίνουν από το οχυρό έπειτα από διαπραγματεύσεις και συμφωνία με τους αξιωματούχους του Αλή πασά.


8-12 ΔεκεμβρίουΗ Κιάφα συνθηκολογεί ύστερα από συμφωνία των σουλιωτικών γενών που την υπεράσπιζαν έως τότε. Ο Φώτος Τζαβέλας μπαίνει στο Κούγκι για να πείσει όσους αντιστέκονται ακόμη να παραδοθούν.


12-16 ΔεκεμβρίουΥπογράφεται η συνθήκη παράδοσης του Σουλίου. Σταδιακή αποχώρηση των γενών από το τετραχώρι (Σούλι, Κιάφα, Σαμοβίνα και Αβαρίκο). Το μεγαλύτερο μέρος των Σουλιωτών κατευθύνεται προς την Πάργα.


16 ΔεκεμβρίουΑνατίναξη της πυριτιδαποθήκης στο Κούγκι με τον Σαμουήλ. Ο Αλή πασάς βρίσκεται στο έρημο πια Σούλι, απ όπου εξαπολύει ανηλεή καταδίωξη των Σουλιωτών, παρά τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί.


Χριστόφορος Περραιβός: Ο δημιουργός της παράδοσης


Ο Χριστόφορος Περραιβός (1773-1863) κυκλοφόρησε την «Ιστορία του Σουλίου και της Πάργας» το 1803. Το βιβλίο επανεκδόθηκε το 1815 και για τρίτη φορά το 1857. Ο,τι ιστορικό έχει γραφτεί για το Σούλι τον 19ο αιώνα από Ηπειρώτες μελετητές (Παναγιώτης και Σπυρίδων Αραβαντινός, Ιωάννης Λαμπρίδης) στηρίζεται και ξεκινά από τον Περραιβό.


Αλλά και τα κείμενα των ξένων περιηγητών της περιόδου, προξένων και πολιτικών απεσταλμένων, που επισκέπτονται την αυλή του Αλή πασά, αναπαράγουν τις αφηγήσεις Περραιβού, με την προσθήκη στοιχείων, που συλλέγουν οι ίδιοι. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μεταγενέστερη ιστοριογραφική παραγωγή, αλλά, επίσης, τη λογοτεχνική και κάθε άλλη για τους πολέμους Σουλιωτών και Αλή πασά.


Για την ανατίναξη στο Κούγκι ο Περραιβός, επιδιώκοντας να τεκμηριώσει την αφήγησή του για την αυτοπυρπόληση, αναφέρει ότι γνώρισε προσωπικά στην Πάργα, λίγες μέρες μετά το γεγονός, τρεις αυτόπτες μάρτυρες. Εναν Σουλιώτη μισοκαμένο, που την ώρα της έκρηξης βρισκόταν έξω από την πόρτα της πυριτιδαποθήκης, και δύο συγγενείς του Σαμουήλ. Οι τελευταίοι τον διαβεβαίωσαν ότι ο ίδιος ο καλόγερος προκάλεσε την έκρηξη, ρίχνοντας στο έδαφος, όπου ήταν σκορπισμένο μπαρούτι, αναμμένο κερί που κρατούσε.


ΕΚΛΑΪΚΕΥΜΕΝΑ
Η αφήγηση για την ηρωική αυτοθυσία


Τυπικό δείγμα της επίσημης, ας πούμε, ιστορίας και της εκλαϊκευμένης πρόσληψής της αποτελεί η αφήγηση των γεγονότων, όπως παρατίθεται στην Ιστορία του Ελληνικού Εθνους (Εκδοτική Αθηνών). Συγγραφέας της ο έγκυρος ιστορικός Απόστολος Βακαλόπουλος.


Οι ανάλογες αφηγήσεις όλων των νεότερων και σύγχρονων ιστορικών κινούνται, με ορισμένες διαφοροποιήσεις, γύρω από τον ίδιο πυρήνα: «Με τη βοήθεια ενός Σουλιώτη προδότη, του Πήλιου Γούση, ο Αλής κατέλαβε τη στρατηγική θέση του χωριού Αβαρίκο και κύκλωσε τους Σουλιώτες. Μερικοί τότε κατέφυγαν στον λόφο του Κούγκι, όπου βρίσκονταν πολλά γυναικόπαιδα από την αρχή της πολιορκίας, και άλλοι στον λόφο της Μπίρας.


Από τις οχυρές αυτές θέσεις οι πολιορκημένοι απέκρουσαν με σθένος τις επιθέσεις των Αλβανών. Στον λόφο του Κούγκι είχε κατασκευάσει ο θρυλικός μοναχός Σαμουήλ ένα μικρό φρούριο, απ όπου αμύνονταν οι 400 περίπου υπερασπιστές του λόφου, ενώ η περισσότερο απόκρημνη Μπίρα αποτελούσε οχυρό απόρθητο για τους επιτιθέμενους. Την 1η Νοεμβρίου η θέση των Σουλιωτών ήταν τραγική...


Εξαντλημένοι από την πείνα, τις κακουχίες και τις αρρώστιες, ορισμένοι άνδρες της φρουράς έκαναν γιουρούσι με τα γιαταγάνια στο χέρι, διέσπασαν τον κλοιό των πολιορκητών και σώθηκαν, ενώ οι υπόλοιποι, ύστερα από απελπισμένη άμυνα μερικών ημερών, παραδόθηκαν με τον όρο να αποσυρθούν με τα όπλα τους ελεύθεροι εκεί όπου θα επιθυμούσαν (12 Δεκεμβρίου 1803). Ομως ο καλόγερος Σαμουήλ, που με πέντε συντρόφους του είχαν μείνει τελευταίοι για να παραδώσουν την αποθήκη τροφίμων και πολεμοφοδίων του Κούγκι, έβαλε φωτιά και ανατινάχθηκε στον αέρα μαζί με πολλούς άνδρες του Αλή πασά».


Η πληρέστερη έως τώρα ιστορία για το Σούλι έχει γραφτεί από την ιστορικό Βάσω Δ. Ψιμούλη. Πρόκειται για το «Σούλι και οι Σουλιώτες», που κυκλοφορεί ήδη σε τρίτη έκδοση από το βιβλιοπωλείο της «Εστίας».


Το έργο προέρχεται από την ομότιτλη διδακτορική διατριβή της και είχε εκδοθεί για πρώτη φορά από το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (1998). Εκεί μπορεί κάθε ενδιαφερόμενος να βρει και στοιχεία λεπτομερέστερα για το Κούγκι και τον Σαμουήλ.


Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Η διήγηση από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο


Ο εθνικός ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στην Ιστορία του Ελληνικού Εθνους ακολουθεί σε γενικές γραμμές την αφήγηση, όπως έχει παραδοθεί από τον Περραιβό. Ποιος Ελληνας, γράφει προλογικά, δεν διάβασε με χτυποκάρδια «τας περιπετείας του πολέμου τούτου, τας τοσούτον, αφελώς άμα και δραματικώς;», περιέγραψε ο Περραιβός. Οχι μόνο αυτές διαβάστηκαν έτσι, αλλά και στην πορεία απέκτησαν διαστάσεις λαϊκού μυθιστορήματος:


«Τρία έτη διήρκεσεν ο αγών ούτος και οι Σουλιώται δεν έπαυον νικηφορούντες ότε κατά Σεπτέμβριον του 1803, διά της προδοσίας του Πήλιου Γούση, εκυριεύθη τελευταίον το Σούλι, οι δε πρόμαχοί του υποχωρήσαντες εις την αγίαν Παρασκευήν και πάσχοντες τα πάνδεινα ιδίως εκ της δίψης, διότι οι περιζώσαντες αυτούς πολέμιοι είχον καταλάβει τας των υδάτων πηγάς, συνήνεσαν τελευταίον, όχι να παραδοθώσιν, αλλά να συνθηκολογήσωσιν ότι θέλουσιν απέλθει ελευθέρως, όπου βούλωνται μετά των όπλων και των σκευών.


Ο Αλής εκύρωσε τας συνθήκας ταύτας και τη 12η Δεκεμβρίου 1803 εγκατέλειπον οι Σουλιώται την πατρίδα αυτών, διαιρεθέντες εις τρία σώματα. Εμειναν δε εις αγίαν Παρασκευήν ο μοναχός Σαμουήλ και πέντε έτεροι άνδρες ίνα παραδώσωσι τον χώρον και λάβωσι κατά τα συμφωνηθέντα το αντίτιμον των εν αυτώ σωζόμενων έτι πολεμοφοδίων.


Αλλ ότε προσήλθον δύο Τούρκοι και εις γραμματεύς του Αλή ίνα εκτελέσωσι τους όρους τούτους, ο γραμματεύς του Αλή, αφού επλήρωσε τα χρήματα, είπε σαφώς εις τον Σαμουήλ ότι θέλει υποστή δεινήν τιμωρίαν, αφού έσχε την αφροσύνην να παραδοθή εις χείρας του βεζύρη. Ο δε «καμμίαν», απήντησεν αμέσως, «δεν δύναται να μ επιβάλη τιμωρίαν», και κενώσας το όπλον του επί της πυριτοθήκης έθαψεν υπό τα ερείπια του τελευταίου εκείνου προμαχώνος εαυτόν τε και τους συναγωνιστάς και τους Τούρκους. Ουδ ελαττώνει την αξίαν της θυσίας ταύτης το γεγονός ότι ο Αλής έλαβεν αυτήν ως πρόφασιν ίνα θεωρήση ακύρους τας προς τους Σουλιώτας γενομένας συνθήκας...».


Τ. ΚΑΤΣΙΜΑΡΔΟΣ
katsimar@yahoo.gr